Μιχάλης Γκανάς

Βιογραφικά στοιχεία:

Ο Ηπειρώτης ποιητής "Μιχάλης Γκανάς"

Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε το 1944 στον Τσαμαντά της Θεσπρωτίας. Το 1948, λόγω του Εμφυλίου, βρέθηκε με την οικογένειά του στην Αλβανία κι από κει στην Ουγγαρία, στο χωριό «Μπελογιάννης», όπου παρέμεινε μέχρι το 1954, που επαναπατρίστηκε. Έζησε έτσι την εμπειρία του πολέμου και της προσφυγιάς μικρό παιδί κι αυτήν την εμπειρία κατέγραψε αργότερα στο αφήγημά του "Μητριά πατρίδα". Το 1962 φτάνει στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική, που ποτέ όμως δεν τελειώνει. Έκτοτε ζει και εργάζεται στην πρωτεύουσα. Βιβλιοπώλης για δεκαπέντε χρόνια στη «Δωδώνη», συνεργάστηκε στη συνέχεια, με την τηλεόραση, ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία.
Η πρώτη προσωπική του συλλογή, "Ακάθιστος Δείπνος", εκδίδεται το 1978 και ακολουθούν τα Μαύρα Λιθάρια" το 1980. Είναι η περίοδος της διαμόρφωσης αλλά και της κατάκτησης μιας προσωπικής ποιητικής γλώσσας και μιας ποιητικής ηθικής. Διακρίνουμε έναν λόγο αφηγηματικό, χαμηλόφωνο και περιγραφικό.
Το 1981, εκδίδει το έργο "Μητριά πατρίδα". Ενα πεζογράφημα με έντονα προσωπικά βιώματα από την περιπέτεια του εμφυλίου και της προσφυγιάς στην Ουγγαρία αλλά και την επιστροφή σε μια πατρίδα-μητριά, που ανήμπορη να κρατήσει τα παιδιά της, τα διώχνει στην ξενιτιά για μια καλύτερη ζωή. Στη συνέχεια το (1989) κυκλοφόρησε η συλλογή Τα Γυάλινα Γιάννενα. Μέσα από τις σελίδες του έργου αυτού ο ποιητής επιστρέφει στη γενέθλια γη. Θα ήταν λάθος όμως να επιχειρήσουμε να ταυτίσουμε το γεωγραφικό χάρτη με το λoγoτεχνικό, γιατί πρόκειται για έναν τόπο φανταστικό, μυθοποιημένο και χαμένο στη μνήμη της παιδικής ηλικίας. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει σε συνέντευξή του.
Δεν νοσταλγώ κανέναν "χαμένο παράδεισο". Μάλλον προσπαθώ να αποφύγω μια "υπαρκτή κόλαση". Γι ' αυτό καταφεύγω στα Γιάννενα, που έχουν ελάχιστη σχέση με τη γνωστή πόλη της Ηπείρου.
Τα δικά μου Γιάννενα είναι φανταστικά. Αποτελούν το σκηνικό μιας δράσης, που εκτυλίσσεται εκτός τόπου και χρόνου ή σε κάθε τόπο και χρόνο.


Το 1993 εκδίδεται η ποιητική συλλογή Παραλογή. Ο τίτλος παραπέμπει στα ομώνυμα αφηγηματικά δημοτικά τραγούδια. Πρόκειται για μια ευρύτερη ποιητική σύνθεση με πολλές φωνές, η οποία αναπλέει την παράδοση και ο διακειμενικός της ορίζοντας φθάνει μέχρι την Ομηρική Νέκυια.
Την ίδια χρονιά έρχεται η συλλογική έκδοση Ανθοδέσμη, μια ανθολογία δηλαδή ποιημάτων και τραγουδιών με άλλους τρεις ομοτέχνους του. Μετά από μια μακρά παύση, το 2000 εκδίδονται Τα μικρά, ολιγόστιχα ποιήματα που με την περιεκτικότητα του επιγράμματος, κατορθώνουν να μεταδώσουν μια συγκίνηση ή να ολοκληρώσουν ένα νόημα "Χρόνια που πέσαν πάνω μας, σαν προβολείς. Μας ντουφεκίζουν έναν έναν σαστισμένους λαγούς. "
Το (2003) κυκλοφορεί το συνθετικό του ποίημα Ο ύπνος του καπνιστή. Μια αφήγηση, με κεντρικό άξονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, που χρησιμοποιεί όλα τα μέσα: παραδοσιακές ποιητικές φόρμες, ελεύθερο στίχο, μικρά πεζά, στίχους τραγουδιών.
Μια πόρτα στον κόσμο των γυναικών, ανοίγει με το δεύτερο πεζογράφημά του "ΓΥΝΑΙΚΩΝ μικρές και πολύ μικρές ιστορίες" που εκδίδεται το 2010.
Πρόκειται για ένα βιβλίο ύμνο στην γυναίκα, στην ομορφιά, στη φθορά, στη χαρά μα και στη θλίψη. Δεκαέξι γυναίκες, δεκαέξι αντίστοιχες, σύντομες, ιστορίες και ένας άντρας που με ιδιαίτερο σεβασμό κάνει βουτιά στον γυναικείο ψυχισμό, ανασύροντας στην επιφάνεια, πόθους και επιθυμίες, χαμένα συναισθήματα, σκληρές αλήθειες,.....δεν υπάρχει κόλαση όπου υπάρχει αγάπη. Δεν υπάρχει παράδεισος, κάποτε, παρά την αγάπη....
Ή αλλού. Μεσόκοπη. Γυναίκα μέσης ηλικίας εννοείται, ενώ υπονοείται σαφώς ότι πρόκειται για μια γυναίκα στα πρόθυρα της τρίτης ηλικίας. Άλλο κι ετούτο. Από πού ξεφύτρωσε αλήθεια αυτή η τρίτη ηλικία; Ούτε πρώτη ακούσαμε ούτε δεύτερη, και μια ωραία πρωία ή εσπέρα -εσπέρα συνήθως- προσγειώνεσαι στην τρίτη Αναγκαστική προσγείωση με τις αναπόφευκτες αβαρίες

Να προσθέσουμε ακόμα μια έκδοση με στίχους μελοποιημένους κι ανέκδοτους και τρεις μεταφράσεις: Νεφέλες του Αριστοφάνη (1991), Επτά επί Θήβας του Αισχύλου (1994), Άσμα ασμάτων του Σολομώντα(2005).
Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.α.
Όμως Ο Μ. Γκανάς πάνω απ΄ όλα είναι ποιητής. Διαθέτει μια ατόφια ποιητική φλέβα με έμπνευση ,ταλέντο και ελευθερία πνεύματος. Η ποίηση του μπολιασμένη από το Δημοτικό τραγούδι, τον Όμηρο τον Σολωμό και τον Σεφέρη, μα κι απ? τον Καρυωτάκη κι από κάποιους άλλους ποητές έκανε την ταυτότητά της διακριτή από την πρώτη στιγμή που διαβάστηκε.
Από νωρίς αναγνωρίστηκε το ποιητικό του ταλέντο και οι κριτικές ήταν θετικές. Μάλιστα ,ο καθηγητής και κριτικός Γ.Π. Σαββίδης έγραψε ότι «η ελληνική ποίηση είχε αποκτήσει ξανά μείζονα ποιητή

Για το έργο του Παραλογή τιμήθηκε το 1994 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, ενώ το 2009 του απονεμήθηκε το Βραβείο Καβάφη στο Κάιρο.
Στην ποιητική του φόρμα παρουσιάζεται πολύτροπος. Η ποίησή του μοιάζει με τα «ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια», όπως λέει και ο ίδιος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αναπτύσσεται πατώντας σε δύο ρεύματα: του μοντερνισμού από τη μια και από την άλλη του δημοτικού τραγουδιού και της παράδοσης . Σε μορφικό επίπεδο χρησιμοποιεί ελευθερόστιχα ή πεζόμορφα ποιήματα αλλά και ρυθμούς και ομοιοκαταληξίες. Ως προς την έκτασή τους πολύστιχα αλλά και σύντομα, ευρύτερες συνθέσεις ή ακαριαία με τη μορφή του επιγράμματος
Η γλώσσα του απλή, καθημερινή που εμπλουτίζεται από καταγωγικές μνήμες. Λέξεις από την ιδιαίτερη πατρίδα όπως "βελέντζες της νεροτρουβιάς", κλαρίνα, μπακίρια, γρεντές και γκορτσιές προεξέχουν από τη λεία επιφάνεια του κειμένου ως εικόνες και ήχοι.
Η ποίηση του Μιχάλη Γκανά είναι ομόκεντρη. Υπάρχει ένας κεντρικός θεματικός πυρήνας, που περιλαμβάνει την πατρίδα, την αγάπη, το χρόνο τη ζωή και το θάνατο.
Η μεγάλη δεξαμενή από την οποία αντλεί τα θέματά του είναι οι μνήμες της παιδικής ηλικίας και του γενέθλιου τόπου. Το σκηνικό στο οποίο αναπτύσσεται κατά βάση η μυθολογία του είναι ορεινό, ηπειρώτικο: βουνά και ποτάμια, πλατάνια, ομίχλη, βροχές και χιόνια, πουλιά, βελάσματα κι αγρίμια. Κι από μακριά ακούγονται τα κλαρίνα..

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες, μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού και κάστρα πατημένα.

Θα ?ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.
Τοπίο φτωχό και άγονο που οδηγεί πολλούς στη μετανάστευση. Η μεταπολεμική μαζική έξοδος των Ελλήνων στην κεντρική Ευρώπη αδειάζει την πατρίδα. Μια πατρίδα που όπως λέει όλων των σπιτιών οι πόρτες ανοίγουν προς τα έξω και που η εθνική οδός δικαιώνει τον προσδιορισμό της μια κι
Από δω έφυγε η μισή πατρίδα για τα ξένα"
΄Ομως ο Έλληνας που ξενιτεύεται, για να επιβιώσει, ερημώνει τον τόπο του για δεύτερη φορά, όταν στην ξένη γη ξεχνάει ποιος είναι και επιστρέφει άλλος.
Αυτοί που έφυγαν
σε δυο τρία καλοκαίρια
θα γυρίσουν βαλίτσες,
ντρανζίστορ, μαγνητόφωνα
αφοπλισμένα κλαρίνα

Ο ίδιος πρώτα πρόσφυγας στην Ουγγαρία και αργότερα ξενιτεμένος στην Αθήνα, στερείται για δεύτερη φορά τον γενέθλιο τόπο. Η απώλεια του γενέθλιου τόπου θα τον οδηγήσει σε μιαν εσωτερική εξορία. Πολλά ποιήματα περιγράφουν την απέλπιδα προσπάθεια να εγκλιματιστεί στο περιβάλλον της μεγάλης πόλης. "Μόνο το φίδι ξέρει τι θα πει ν' αλλάζεις το πετσί σου, γι αυτό του περισσεύει το φαρμάκι
Περιπλανιέται στους άγνωστους δρόμους κι ούτε πουλί ούτε άστρο πουθενά .Αυτά θα τον οδηγήσουν σε μια αποστροφή στην οδυνηρή αναφώνηση " Τι γυρεύεις εδώ ψυχή τραυλή/ μακριά από τα βοσκοτόπια της πατρίδας". Μέσα σε αυτή την αποξένωση ,τη μοναξιά και την άφθονη ανωνυμία στο χαμένο παράδεισο τον οδηγούν οι παιδικές του μνήμες . Όμως ανάμεσα σε αυτές, δεσπόζει, όπως είναι εύλογο, και ο θάνατος, θέμα που απασχολεί και τον ώριμο Γκανά. Από το θάνατο του πολεμιστή, μέχρι το θάνατο των απλών ανθρώπων που τον περιβάλλουν , του παππού του φίλου και προπάντων της μάνας. Η μάνα είναι η πιο αγαπημένη μορφή και κατέχει κεντρική θέση στο έργο του
Μάνα ας είναι ελαφρύς ο πόνος που σε σκεπάζει.
Είναι η μάνα των παιδικών χρόνων και των γλυκών αναμνήσεων, ο ισχυρός δεσμός με τη γενέθλια γη και που για χάρη της μπορεί να κατέβει και στον κάτω κόσμο
Παρ' όλα αυτά ,όμως, η ποίηση του δεν είναι πεισιθάνατη. Παρά τη θλίψη υπάρχει και η καθημερινότητα με τις μικροχαρές της , ο καφές στη βεράντα , η ταβέρνα, το τραγούδι και κοντά σε αυτά και η χαρά του έρωτα. Ένας έρωτας ευδαιμονικός και όχι μίζερος, φάρμακο και ξόρκι, το αντίδοτο του θανάτου που εκτρέπει το ισοζύγιο προς τη ζωή.
" Κι η μοναξιά ένα μάθημα πικρό
κι ο θάνατος μια μαύρη κουβαρίστρα έλα με την αγάπη έλα με το νερό."
Ο Μιχάλης Γκανάς έχει μια ιδιαίτερη συνεισφορά στη λογοτεχνία.'Ολο το έργο του χαρακτηρίζεται από την εμμονή του για την κατάκτηση μιας έκφρασης που ακουμπάει στη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Πειραματίζεται σ' ένα δρόμο μοναχικό " σχοινοβάτης, όπως λέει ο ίδιος, σε μια γλώσσα επικίνδυνη αλλά γεμάτης μνήμες"χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μένει προσκολλημένος στο παρελθόν. Ζει το παρόν χωρίς να είναι ξεκομμένος από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος του. Αντίθετα πολλές φορές μέσα από το στίχο του προβληματίζεται και θλιβεται για την έκπτωση του Νεοελληνικού βίου. "βαθαίνεις την αφή μου ανυπόφορα, μουσική πατρίδα άταφη σ' όλα τα τραγούδια μου"

Εκτύπωση Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο